Γράφει ο Έρικ Σμυρναίος

 

Η παραπάνω φράση θυμίζει τον τίτλο κάποιας κακόγουστης ταινίας επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του  ‘50.

 

Φέρνει στο νου αφελέστατα κινηματογραφικά σενάρια όπου πρωτοπόρα επιστημονικά πειράματα που σχετίζονταν με την καινούργια-τότε-«Ατομική» τεχνολογία, προκαλούσαν αναπάντεχες παρενέργειες και μετέτρεπαν καθημερινούς ανθρώπους σε τέρατα ή σε ήρωες με αλλόκοτες υπερδυνάμεις. Κι όμως, όσο και αν ακούγεται απίστευτο, περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια μια αλληλουχία πραγματικών γεγονότων:      

 

Όλα ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν  εκατοντάδες κοπέλες άρχισαν να δουλεύουν σε κάποια ιδιαίτερα εργοστάσια που κατασκεύαζαν ρολόγια χειρός.

 

Η εργασία που εκτελούσαν ήταν η εξής: Έπρεπε να βάφουν τα καντράν των εν λόγω ρολογιών με μια ειδική μπογιά που έλαμπε στο σκοτάδι. Ένα από εκείνα τα κορίτσια ονομαζόταν Grace Fryer. Στις 10 Απριλίου του 1917, στην νεαρή ηλικία των δεκαοχτώ ετών, άρχισε να εργάζεται στο εργοστάσιο της Εταιρίας United States Radium Corporation (ή αλλιώς USRC) σατο Orange του Νew Jersey. Εξάλλου, είχαν περάσει μόλις τέσσερις μέρες από τότε που οι ΗΠΑ είχαν κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία και η Grace, η οποία είχε δύο αδέλφια που ήδη υπηρετούσαν στον Αμερικανικό στρατό, ήθελε και αυτή να συνεισφέρει με το  καλύτερο δυνατό τρόπο στην πολεμική προσπάθεια της πατρίδας της.

 

Όταν λοιπόν ξεκίνησε ο πόλεμος, μαζί με εκατοντάδες άλλες νεαρές γυναίκες, αναζήτησε εργασία στο παραπάνω εργοστάσιο όπου κατέληξε να βάφει τα καντράν ρολογιών και λοιπών στρατιωτικών μηχανημάτων μ’ εκείνη την ασυνήθιστη μπογιά που περιείχε  Ράδιο, ένα ραδιενεργό χημικό στοιχείο που είχε ανακαλύψει πριν από είκοσι μόλις χρόνια η φημισμένη Μαντάμ Κιουρί.

Το βάψιμο των καντράν των ρολογιών της πρόσφερε ένα μισθό που ήταν τριπλάσιος από το μέσο μεροκάματο σ’ ένα συνηθισμένο εργοστάσιο. Αυτό σήμαινε ότι η Grace και οι υπόλοιπες κοπέλες που έκαναν αυτή τη δουλειά, κέρδιζαν αρκετά χρήματα ώστε να εξασφαλίζουν την οικονομική τους ανεξαρτησία, και μάλιστα σε μια εποχή όπου το κοινωνικό φαινόμενο της γυναικείας χειραφέτησης βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα.

Οι νεαρές και καλοπληρωμένες εκείνες κοπέλες έγιναν γνωστές ως «Τα κορίτσια φαντάσματα » γιατί μετά το τέλος της βάρδιάς τους έλαμπαν και οι ίδιες στο σκοτάδι. Μάλιστα, πολλές προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν το παράξενο εκείνο φαινόμενο και όταν πήγαιναν ντυμένες  με τις πιο όμορφες τουαλέτες τους σε βραδινές χοροεσπερίδες, δεν παρέλειπαν να βάζουν λίγη από τη ραδιενεργή εκείνη μπογιά στα δόντια τους για να αποκτήσουν ένα πραγματικά αστραφτερό χαμόγελο.

Η Grace, όπως και οι υπόλοιπες εργάτριες, εφάρμοζε υπάκουα την τεχνική που είχε διδαχτεί κατά την περίοδο της εκπαίδευσής της στο εν λόγω εργοστάσιο. Προκειμένου να βάφει όσο γίνεται πιο καλά και γρήγορα τα καντράν των ρολογιών που η διάμετρός τους έφτανε τα 3,5 εκατοστά, έβαζε την κορφή του πινελιού που χρησιμοποιούσε ανάμεσα στα χείλη της για να την κάνει μυτερή. Έτσι λοιπόν, κάθε φορά που ακουμπούσε το πινέλο στο στόμα της, κατάπινε  και από μια μικρή ποσότητα ραδιενεργούς μπογιάς. 

 

«Το πρώτο πράγμα που ρωτήσαμε ήταν αν αυτό το πράγμα ήταν βλαβερό για την υγεία μας» δήλωσε πολύ αργότερα η Mae Cubberley, η κοπέλα που δίδαξε στην Grace τη συγκεκριμένη μέθοδο. «Φυσικά και δεν θέλαμε να βάλουμε στο στόμα μας κάτι που θα μας έβλαπτε. Αλλά ο κύριος Savoy ο Διευθυντής του Εργοστασίου, μας είπε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να φοβόμαστε…»

Φυσικά, όπως αποδείχτηκε αργότερα, ο κύριος Savoy τους έλεγε ψέματα γιατί είχε ήδη διαπιστωθεί ότι το συγκεκριμένο ραδιενεργό υλικό ήταν θανατηφόρο.

Η ίδια η Μαντάμ Κιουρί είχε υποστεί ραδιενεργά εγκαύματα εξαιτίας του και τελικά πέθανε από λευχαιμία.

Επίσης, πολλοί άνθρωποι είχαν πεθάνει από ραδιενεργό μόλυνση πολύ προτού βαφτεί το πρώτο καντράν.

 

Αυτός ήταν και ο λόγος που οι άνδρες που χειρίζονταν το Ράδιο σε ειδικά εργαστήρια, φορούσαν προστατευτικό ρουχισμό και χειρίζονταν το ράδιο με ειδικά μηχανήματα.

 

Κι όμως, εκείνες οι κοπέλες ποτέ δεν ενημερώθηκαν για όλα αυτά. Αυτό συνέβη εν μέρει γιατί εκείνες τις μέρες, όσο και αν ακούγεται απίστευτο, επικρατούσε  η αντίληψη ότι μια μικρή ποσότητα Ραδίου, σαν αυτή στην οποία εκτίθεντο εκείνες οι κοπέλες, όχι μόνο ήταν αβλαβής αλλά έκανε και καλό στην ανθρώπινη υγεία. 

Υπήρξε μια εποχή που οι άνθρωποι έπιναν Ραδιούχο νερό ως τονωτικό κάθε πρωί ενώ σε διάφορα καταστήματα  μπορούσε ν’ αγοράσει κανείς καλλυντικά, βούτυρο, γάλα και οδοντόκρεμες που είχαν εμπλουτιστεί με εκείνο το θανατηφόρο χημικό στοιχείο.

 

Στις εφημερίδες τυπώνονταν άρθρα που υποστήριζαν ότι το Ράδιο «μπορεί να προσθέσει χρόνια στη ζωή μας!» Όμως αυτό που δεν γνώριζε το καταναλωτικό κοινό ήταν ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί βασίζονταν σε δημοσιευμένες έρευνες που διενεργούσαν άνθρωποι των ίδιων των εταιριών που επεξεργάζονταν το Ράδιο και οι οποίες είχαν χτίσει μια επικερδέστατη επιχείρηση γύρω από τη διακίνησή του.  

 

Το 1922, μια από τις συναδέλφους της Grace, η Mollie Maggia αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη δουλειά της για λόγους υγείας. Το πρόβλημα ξεκίνησε  από ένα δόντι που πονούσε. Ο οδοντίατρός της, της έκανε εξαγωγή αλλά μετά και το διπλανό δόντι άρχισε να πονάει και έπρεπε να βγει και αυτό. Στα σημεία όπου φύτρωναν τα δυο δόντια εμφανίστηκαν πολύ επώδυνα και δύσοσμα έλκη που έβγαζαν άφθονες ποσότητες αίματος και πύου. Στη συνέχεια άρχισε να πονάει σε όλο της το σώμα, σε βαθμό τέτοιο ώστε να μην μπορεί να περπατήσει.

 

Ο γιατρός που την παρακολουθούσε θεώρησε ότι υπέφερε από ρευματισμούς και της χορήγησε ασπιρίνες. Μέχρι τον Μάιο του 1922 η Mollie είχε χάσει τα περισσότερα απ’ τα δόντια της ενώ η παράξενη εκείνη μόλυνση εξαπλωνόταν όλο και πιο πολύ. Ολόκληρη η κάτω σιαγόνα της, ο ουρανίσκος της και κάποια από τα οστά γύρω απ’ τα αυτιά της είχαν μεταμορφωθεί σε μια τεράστια πληγή. Όταν ο οδοντίατρός της πίεσε πολύ απαλά τη σιαγόνα της με τα δάχτυλά του, εκείνη θρυμματίστηκε. Αναγκάστηκε να την αφαιρέσει, όχι με κάποια δύσκολη χειρουργική επέμβαση αλλά απλά τραβώντας τη με τα δάχτυλά του. Η Mollie διαλυόταν-κυριολεκτικά. Και δεν ήταν η μόνη. Τώρα και η Grace Fryer είχε προβλήματα με τα δόντια της και ένιωθε πόνους στα πόδια. Πολλά από τα υπόλοιπα κορίτσια που δούλευαν στο εργοστάσιο είχαν επίσης αρρωστήσει.

Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1922 η παράξενη αρρώστια που κατάτρωγε την Mollie απλώθηκε στο λαιμό της και καταβρόχθισε την καρωτίδα της. Στις 5 του απόγευμα της ίδιας εκείνης ημέρας, η άρρωστη κοπέλα άρχισε να αιμορραγεί ακατάσχετα και το στόμα της γέμισε με αίμα. Τελικά πέθανε στην ηλικία των 24 ετών. Οι γιατροί που συμπλήpωσαν το πιστοποιητικό του θανάτου της δήλωσαν ότι  είχε πεθάνει από σύφιλη. Πολύ γρήγορα, η μια μετά την άλλη, οι συνάδελφοι της Mollie άρχισαν επίσης να πεθαίνουν.

Η USRC, η εργοδότρια εταιρία, αρνήθηκε κάθε υπαιτιότητα για εκείνους τους θανάτους. Ύστερα όμως από το σχετικό θόρυβο που δημιουργήθηκε, γεγονός που είχε αποτέλεσμα να μειωθεί ο κύκλος εργασιών της, το 1924 δόθηκε εντολή να εξετάσει κάποιος ειδικός τη φημολογούμενη σχέση που θα μπορούσε να υπάρχει ανάμεσα στους θανάτους των νεαρών εργατριών και στη δουλειά που έκαναν στο εργοστάσιό της. Όταν ο ειδικός που ανέλαβε τη διεξαγωγή των ερευνών υποστήριξε ότι όντως υπήρχε σχέση ανάμεσα στους θανάτους των γυναικών και στη έκθεσή του στο ράδιο, ο Πρόεδρος της εταιρίας έγινε έξω φρενών.

 

Αντί να αποδεχτεί τα παραπάνω ευρήματα, χρηματοδότησε τη διεξαγωγή επιπρόσθετων ερευνών  που όπως ήταν και το αναμενόμενο, έφτασαν σ’ εντελώς αντίθετα συμπεράσματα. Κατηγόρησε μάλιστα τις άρρωστες κοπέλες ως απατεώνισσες που προσπαθούσαν να χρεώσουν στην εταιρία του τα ιατρικά έξοδα τους.

Η διάψευση της αρχικής έρευνας έφερε τις μολυσμένες κοπέλες σε μια πολύ δύσκολη θέση:

 

Έπρεπε να αποδείξουν τη σύνδεση που υπήρχε ανάμεσα στις ασθένειές τους και στο Ράδιο που κατάπιναν εκατοντάδες φορές την ημέρα.

Ωστόσο, δεν είχαν λάβει υπόψη τους το κουράγιο και την επιμονή των ίδιων των θυμάτων τους που άρχισαν να συνεργάζονται μεταξύ τους για να δικαιωθούν για το κακό που τις είχε βρει. Επικεφαλής τους ήταν η Grace που ήταν αποφασισμένη να βρει ένα δικηγόρο ακόμα και όταν εκατοντάδες είχαν ήδη απορρίψει την υπόθεσή της, είτε γιατί δεν πίστευαν ότι οι γυναίκες έλεγαν  την αλήθεια, είτε γιατί φοβόντουσαν τα αντίποινα των πανίσχυρων  εταιριών του Ραδίου είτε γιατί δεν μπορούσαν να διαχειριστούν μια υπόθεση που θα άλλαζε ολόκληρο το νομικό πλαίσιο των ΗΠΑ: Εκείνες τις μέρες δυστυχώς, η δηλητηρίαση από τη ραδιενέργεια δεν θεωρούνταν ασθένεια που έχρηζε αποζημίωσης.

 

Μάλιστα, δεν ήταν καν γνωστή πριν από την περίπτωση των εν λόγω εργατριών. Επίσης εμποδίζονταν από μια νομική διάταξη που καθόριζε ότι πολίτες των ΗΠΑ που είχαν πέσει θύματα δηλητηρίασης εξαιτίας του εργασιακού τους περιβάλλοντος είχαν το δικαίωμα να φέρουν την υπόθεσή τους στα δικαστήρια μέσα σε δυο το πολύ χρόνια. Ωστόσο, η δηλητηρίαση από το ράδιο είναι μακροχρόνια και ύπουλη και τα περισσότερα κορίτσια αρρώστησαν όταν εργαζόταν ήδη στο εργοστάσιο επί πέντε χρόνια. Επομένως, ήταν παγιδευμένες σ’ έναν  νομικίστικο περιορισμό που καθιστούσε τις προσπάθειές τους άκυρες.  

 

Τελικά, το 1927, ένας νεαρός και έξυπνος δικηγόρος, ο Reymond Berry, αποφάσισε να αναλάβει την δύσκολη εκείνη υπόθεση με αποτέλεσμα η Grace και τέσσερεις από τις συναδέλφους της που ήταν ακόμα ζωντανές, να βρεθούν στο επίκεντρο μιας ιστορίας που έλαβε εθνικές διαστάσεις. Ωστόσο, η ζωή τους πλησίαζε στο τέλος της. Οι άρρωστες κοπέλες είχαν πια μόνο 4 μήνες ζωής και οι δικηγόροι της USRC, της εργοδότριας εταιρίας, ήταν αποφασισμένοι να καθυστερήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις σχετικές διαδικασίες χρησιμοποιώντας διάφορα νομικά κωλύματα.

Η επιμονή και το κουράγιο εκείνων των άτυχων γυναικών που πέθαναν πρόωρα και με τόσο φριχτό τρόπο, δεν πήγε χαμένη. Η Grace Fryer, η Catherine Donohue και οι υπόλοιπες νεκρές κοπέλες, λειτούργησαν ως Μάρτυρες της νέας τεχνολογικής εποχής που ανάτειλε στις μέρες τους και ο τρόπος που επέλεξαν να διαχειριστούν την αδικία που είχαν υποστεί, μας αφορά όλους.

 Καταρχήν, η περίπτωσή τους ήταν μια από τις πρώτες υποθέσεις στην ιστορία των ΗΠΑ όπου μια εταιρία θεωρήθηκε υπεύθυνη για την υγεία του προσωπικού της. Οδήγησε στην εφαρμογή σωτήριων κανονισμών ασφαλείας και στην ίδρυση μιας κρατικής υπηρεσίας που ασχολείται  με ζητήματα Ασφαλείας του εργατικού δυναμικού. (Ονομάζεται Occupational Safety and Health Administration.)

Επίσης, οι συγκεκριμένες γυναίκες βοήθησαν την επιστημονική κοινότητα στο ν’ αποκτήσει πολύτιμες γνώσεις που τη βοήθησαν να κατανοήσει σε βάθος τις απειλές που κρύβει η αλόγιστη χρήση της ατομικής ενέργειας.

 

Κι όμως, ακόμα και σήμερα, τα ονόματά αυτών των γυναικών δεν εμφανίζονται συχνά στα βιβλία της ιστορίας και η τρομερή κληρονομιά που άφησαν πίσω τους τείνει να διαγραφεί από τη συλλογική μνήμη της κοινής γνώμης.

Ίσως λοιπόν αποτελεί τραγική ειρωνεία το ότι ακόμα και αν κάποτε ξεχαστούν ολότελα από τις επόμενες γενιές, αυτές θα συνεχίσουν να λάμπουν στους τάφους τους για πολλά-πολλά χρόνια ακόμα. Βλέπετε, η ημιζωή του Ραδίου, διαρκεί χίλια εξακόσια χρόνια….  

Tα Ραδιενεργά κορίτσια που έσωσαν τον κόσμο  

Επίσης, έπρεπε να παλέψουν ενάντια στην κυρίαρχη άποψη της κοινωνίας ότι το Ράδιο ήταν ασφαλές. Μόνο όταν πέθανε ένας άνδρας που εργαζόταν σε εργοστάσιο επεξεργασίας Ραδίου αποφάσισαν να ασχοληθούν σοβαρά με την όλη ιστορία. Το 1925 λοιπόν, ο Harisson Martland, ένας πολύ ικανός γιατρός, επινόησε μια σειρά εξετάσεων που απέδειξαν οριστικά και αμετάκλητα ότι το Ράδιο είχε όντως δηλητηριάσει τις νεαρές εργάτριες.

 

Ο Martland ανακάλυψε επίσης τι ακριβώς συνέβαινε μέσα στα σώματα των άρρωστων γυναικών:

 

Όταν το Ράδιο μπαίνει μέσα στο σώμα του ανθρώπου, ακόμα και σε πολύ μικρές ποσότητες, προκαλεί καταστροφές που είναι χιλιάδες φορές μεγαλύτερες από τη μάζα του. Το Ράδιο που είχε συσσωρευτεί μέσα στο σώμα των γυναικών εξέπεμπε μια μόνιμη και καταστροφική ακτινοβολία που έτρωγε τα σωθικά τους. Άνοιγε στην κυριολεξία τρύπες μέσα τους ενώ εκείνες ήταν ακόμα ζωντανές.

 

Για παράδειγμα η σπονδυλική στήλη της Grace είχε διαλυθεί  και η κοπέλα έπρεπε να φοράει ένα μεταλλικό κορσέ προκειμένου να στέκεται όρθια. Το σαγόνι μιας άλλης κοπέλας είχε φαγωθεί μέχρι τη ρίζα του.

 

Τα πόδια άλλων κοριτσιών είχαν κοντύνει ή έσπαγαν χωρίς λόγο. Και όλες έλαμπαν στο σκοτάδι σαν φαντάσματα. Τώρα που το Ράδιο είχε μπει μέσα στα όργανα και στα οστά τους δεν υπήρχε κανένας τρόπος να αφαιρεθεί.

Οι εταιρίες εκμετάλλευσης του Ραδίου κατέβαλαν πολλές προσπάθειες για να απαξιώσουν τα σοκαριστικά ευρήματα του Martland.

Η  Grace και οι υπόλοιπες κοπέλες που ζούσαν ακόμα, αναγκάστηκαν να αποδεχτούν έναν εξωδικαστικό συμβιβασμό γνωρίζοντας πολύ καλά ωστόσο ότι είχαν καταφέρει να κάνουν γνωστούς τους κινδύνους της δηλητηρίασης από το Ράδιο στο ευρύ κοινό. Η ιστορία τους τυπώθηκε σε πρωτοσέλιδα άρθρα σε όλες τις μεγάλες εφημερίδες των ΗΠΑ και συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Οι περισσότεροι εργάτες που απασχολούνταν σε εργοστάσια επεξεργασίας του Ραδίου παραιτήθηκαν, εντελώς τρομοκρατημένοι από τα όσα είχαν διαβάσει. 

 

Ωστόσο, μια εταιρία επεξεργασίας Ραδίου στο Ιλλινόι, η Radium Dial, αρνήθηκε να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών της. Αν και οι ιατρικές εξετάσεις της εταιρίας απόδειξαν ότι οι γυναίκες εργάτριες του εργοστασίου της έδειχναν ολοφάνερα σημάδια ραδιενεργού δηλητηρίασης, οι εκπρόσωποί της είπαν ψέματα για τα αποτελέσματα των εν λόγω εξετάσεων. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να αναρτήσουν ένα ολοσέλιδο άρθρο στην τοπική εφημερίδα όπου δήλωναν ότι "Αν σε οποιαδήποτε στιγμή είχαμε λόγους να πιστεύουμε ότι  οι εργασιακές συνθήκες έθεταν σε κίνδυνο την υγεία των υπαλλήλων μας, θα είχαμε σταματήσει κάθε δραστηριότητα.» Οι προσπάθειες που έκαναν να συγκαλύψουν το σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει γύρω τους, τους οδήγησαν στο να κλέψουν τα ραδιενεργά πτώματα των εργατριών που απασχολούσαν προκειμένου να παραποιήσουν τα αποτελέσματα των σχετικών αυτοψιών.

Το 1935, η Catherine Wolfe (Donohue μετά το γάμο της) ανέπτυξε έναν όγκο σε μέγεθος μανταρινιού που εξείχε σαν καρούμπαλο απ’ τον γοφό της. Όπως και η Mollie Maggia έχασε όλα της τα δόντια. Επίσης, έφτυνε κομμάτια απ’ το σαγόνι της που έσπαγε με το παραμικρό. Είδε όλες τις φίλες της να πεθαίνουν από το ίδιο πράγμα, κάτι που ατσάλωσε τη θέλησή της. Όταν η Catherine ξεκίνησε τη μάχη της για δικαιοσύνη, το Αμερικανικό έθνος βρισκόταν στη δίνη μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης. Η  Catherine και οι ομοιοπαθείς της δέχτηκαν πολλές επιθέσεις απ’ το κοινωνικό τους περιβάλλον επειδή στράφηκαν ενάντια σε μια από τις λίγες εταιρίες που λειτουργούσαν ακόμα και πρόσφεραν δουλειά στον κόσμο. Αν και ετοιμοθάνατη πλέον όταν η υπόθεση της έφτασε στα δικαστήρια το 1938, η Catherine αγνόησε τις συστάσεις των γιατρών της και έδωσε μια κατάθεση απ’ το νεκροκρέβατό της. Με την πράξη της αυτή, και με τη βοήθεια του δικηγόρου της, του Leonard Grossman (που τη βοήθησε δωρεάν), τελικά κέρδισε τη δίκη όχι μόνο για τον εαυτό της αλλά και εκ μέρους των εκατοντάδων ανθρώπων που εργάζονταν σε εργοστάσια που επεξεργάζονταν το Ράδιο, σε όλη την Αμερική.

Who is Who

Ο Έρικ Σμυρναίος είναι κατά το ήμισυ Έλληνας και κατά το ήμισυ Φιλανδός, και γεννήθηκε στην Αγγλία το 1970, όπου και σπούδασε Νομικά. Από το 1993 ζει και εργάζεται στην Ελλάδα όπου, στον ελεύθερο χρόνο του, αρέσκεται να γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα που κινούνται στο χώρο του φανταστικού. Παρά το ότι η μητρική του γλώσσα δεν είναι τα ελληνικά, τα έργα του είναι γραμμένα σε αυτή τη γλώσσα, την οποία ο ίδιος θεωρεί “την τελειοτέρα όλων των γλωσσών”. Κατά τα άλλα, του αρέσει ο κινηματογράφος φαντασίας, με ιδιαίτερη προτίμηση στο είδος του μεταφυσικού θρίλερ και της επιστημονικής φαντασίας, το διάβασμα, οι πεζοπορίες στα συναρπαστικά ελληνικά βουνά και η εξερεύνηση μυστηριακών τόπων, κατά προτίμηση κατά τη διάρκεια της νύχτας.

 

Φιλοδοξεί μια μέρα να πατήσει το πόδι του στον πλανήτη Άρη, αν κι έχει αποδεχτεί πλέον το γεγονός ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι μάλλον απίθανο. Τα τέσσερα βιβλία του Συγγραφέα : α) Η Κυρά Της Πόλης β) Δεσμοί Αίματος γ) Η Εκδίκηση της Κασσάνδρας.δ ) Κθούλου Φτού-νγκ

Υποστηρίξε τη σελίδα!

Επιστροφή