Λάζαρος

 

 

ένα διήγημα του Έρικ Σμυρναίου

 

1.

 

Χθες ονειρεύτηκα τη Γη. Την είδα από ψηλά. Απ’ το ύψος των τετρακοσίων πενήντα χιλιομέτρων, εκεί όπου αιωρείται ο ξενοδοχειακός σταθμός Ράμα ο οποίος, κλειδωμένος σε γεωστατική τροχιά, ατενίζει αιώνια την Αφρική.

 

Την είδα να πλέει γαλήνια στο κοσμικό κενό, μια γαλάζια σφαίρα που έλαμπε σαν ζωντανό πετράδι. Οι λευκοί στρόβιλοι των νεφών της μισόκρυβαν τις καφετιές και πράσινες κηλίδες των ηπείρων που διαγράφονταν αχνά κάτω απ’ το απαλό υφάδι τους. Έμοιαζε με πελώριο κόσμημα, μ’ ένα οργανικό ζαφείρι που περιβαλλόταν απ’ την λαμπερή μεμβράνη μιας πλούσιας ατμόσφαιρας. Υπήρχε μια αίσθηση κοσμικής ευδαιμονίας σ’ εκείνο το όνειρο, μια εντύπωση πληρότητας και ομορφιάς. Και μια αισιοδοξία, η βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά γιατί η ζωή θα βρίσκει πάντα τρόπους να προστατεύει το λίκνο που τη γέννησε.

 

Και μετά μίλησε ο άγγελος μου:

 

-«Πρέπει να σηκωθείτε.» Η απαλή και άφυλη φωνή του ήχησε σαν ψίθυρος.  «Μου ζητήσατε να σας αφυπνίσω στις έξι και τριάντα, τοπική ώρα πρωινή. Ήρθε η στιγμή να ξυπνήσετε.» Η ευγενική παραίνεση εκείνης της βελούδινης φωνής γλίστρησε εντελώς αβίαστα μέσα στον κόσμο του ονείρου. Ταυτόχρονα, το ακουστικό μου πεδίο πλημμύρισε από απαλές συγχορδίες που έμοιαζαν να γεννώνται μέσα απ’ τις χορδές μιας  κέλτικης άρπας. Η μουσική έγινε προοδευτικά πιο ζωηρή και το όραμα της απαστράπτουσας Γαίας χάθηκε ανάμεσα στις νεφέλες της ανάδυσης μου στον κόσμο της συμβατικής πραγματικότητας.   

Άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα το ταβάνι του μικρού κοντέινερ που χρησιμοποιούσα ως δωμάτιο. Ένας μικρός ανεμιστήρας που λειτουργούσε με ηλιακή ενέργεια διατηρούσε τον αέρα σχετικά δροσερό και φρέσκο. Βούιζε ελαφρά καθώς το μοτέρ του είχε αρχίσει να φθείρεται και να παρουσιάζει τριβές.

 

Κατά τα άλλα, με τύλιγε μια ήρεμη σιωπή. Από πολύ μακριά ακουγόταν το βαριεστημένο γαύγισμα κάποιου σκύλου.  Σηκώθηκα όρθιος, ψαχούλεψα τον ταξιδιωτικό σάκο που είχα χώσει κάτω απ’ το στενό κρεβάτι, βρήκα ένα βακτηριοκτόνο σαμπουάν και μπήκα στο μικρό ντους με ανακυκλωμένο νερό που καταλάμβανε τη γωνιά της στενάχωρης καμπίνας.

 

Ήταν πιο καθαρή και τακτοποιημένη απ’ ότι περίμενα και η τεχνολογία της παρέμενε λειτουργική, αν και παρωχημένη. Θέλω να πω, ποιος χρησιμοποιούσε ακόμα ηλιακούς συλλέκτες και μπαταρίες στην εποχή των μικρό-αντιδραστήρων σύντηξης και των μοριακών νανομηχανών;

Άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα το ταβάνι του μικρού κοντέινερ που χρησιμοποιούσα ως δωμάτιο. Ένας μικρός ανεμιστήρας που λειτουργούσε με ηλιακή ενέργεια διατηρούσε τον αέρα σχετικά δροσερό και φρέσκο. Βούιζε ελαφρά καθώς το μοτέρ του είχε αρχίσει να φθείρεται και να παρουσιάζει τριβές. Κατά τα άλλα, με τύλιγε μια ήρεμη σιωπή. Από πολύ μακριά ακουγόταν το βαριεστημένο γαύγισμα κάποιου σκύλου. 

 

Σηκώθηκα όρθιος, ψαχούλεψα τον ταξιδιωτικό σάκο που είχα χώσει κάτω απ’ το στενό κρεβάτι, βρήκα ένα
βακτηριοκτόνο σαμπουάν και μπήκα στο μικρό ντους με ανακυκλωμένο νερό που καταλάμβανε τη γωνιά της στενάχωρης καμπίνας.

Ήταν πιο καθαρή και τακτοποιημένη απ’ ότι περίμενα και η τεχνολογία της παρέμενε λειτουργική, αν και παρωχημένη. Θέλω να πω, ποιος χρησιμοποιούσε ακόμα ηλιακούς συλλέκτες και μπαταρίες στην εποχή των μικρό-αντιδραστήρων σύντηξης και των μοριακών νανομηχανών;

2.

 

 

Κατά τη διάρκεια της περιόδου εγκλιματισμού στη γήινη βαρύτητα, στους φυγόκεντρους θαλάμους του Ράμα είχα τρέξει αναρίθμητες προσομοιώσεις εκείνου του ιδιάζοντος περιβάλλοντος άλλα η αίσθηση που αποκόμιζα τώρα που βρισκόμουν ο ίδιος εκεί πέρα, με το δικό μου σώμα, διέφερε αρκετά απ’ τις ολαισθητικές κατασκευές των κβαντικών υπολογιστών εικονικής πραγματικότητας του σταθμού. Ήταν ένας κόσμος αυτοσχέδιας αθλιότητας που θύμιζε πρόχειρα στημένο καταυλισμό οικοπροσφύγων:

 

Το πανδοχείο αποτελούταν από μια δωδεκάδα εγκαταλειμμένων κοντέινερς που  είχαν μετατραπεί σε στενάχωρα δωμάτια. Μια φορά και έναν καιρό θα πρέπει να ήταν πολύχρωμα και αστραφτερά, καλυμμένα με πολυμερισμένες μπογιές που υποτίθεται ότι αντιστέκονταν στην οξειδωτική δράση της γήινης ατμόσφαιρας. Τώρα τα λέκιαζαν κάθετες λωρίδες σκουριάς ενώ η μπογιά τους είχε ξεφτίσει σχεδόν τελείως, αποκαλύπτοντας γκρίζες και άχαρες επιφάνειες.

 

 

 

 

 

Συστοιχίες από συλλέκτες ηλιακής ενέργειας φώλιαζαν στις επίπεδες οροφές τους.  Ανάμεσά τους απλωνόταν ένα δίχτυ από καλώδια οπτικών ινών απ’ τα οποία κρέμονταν βρεγμένα ρούχα και σεντόνια από ίνες κάνναβης και μεταλλαγμένης σόγιας. Ήταν τοποθετημένα σε ημικυκλική διάταξη γύρω από έναν απαρχαιωμένο δορυφορικό δέκτη με παραβολική κεραία που στηριζόταν πάνω σε μια μεταλλική σκαλωσιά. Έμοιαζε λιγάκι μ’ εκείνες τις εγκαταλειμμένες πετρελαιοπηγές που στέκονται ακόμα σαν σκιάχτρα στις ερήμους της Μέσης Ανατολής, ετοιμόρροπα υπολείμματα αλλοτινών καιρών, τότε που η ανθρωπότητα χρησιμοποιούσε ορυκτά καύσιμα για να καλύπτει τις ενεργειακές ανάγκες της.

 

Το ασουλούπωτο αυτό συγκρότημα φώλιαζε στην άκρη ενός μικρού οροπεδίου, στα μισά περίπου του συνολικού ύψους του Λόφου, αρκετά μακριά από τη «Χώρα.» Ήταν περικυκλωμένο από διάσπαρτους σωρούς πλαστικών απορριμμάτων που σχημάτιζαν πολύχρωμα βουναλάκια. Ανάμεσά τους κυκλοφορούσαν καλοθρεμμένες γάτες που έψαχναν για απρόσεκτα ποντίκια και δυσκίνητους αρουραίους. Αραιά σμήνη πουλιών ζωγράφιζαν κύκλους στον αέρα. Το οροπέδιο έβλεπε προς την βαλτώδη πεδιάδα των Μεσογείων που απλωνόταν πλημμυρισμένη από τη διαρκώς ανυψούμενη στάθμη της αδηφάγας θάλασσας η οποία υφίστατο ακόμα τις επιδράσεις του Θερμοκηπίου.

Τώρα έμοιαζε σκοτεινή και μυστηριώδης, ένας επίπεδος κόσμος από ακύμαντες λιμνούλες με υφάλμυρο νερό και νησάκια που καλύπτονταν από πυκνές συστάδες αγκαθωτών θάμνων. Στο σχετικά κοντινό ορίζοντα, κόντρα στο ρόδινο φόντο της αυγής, υψώνονταν οι πανομοιότυπες σειρές των βελονοειδών ουρανοξυστών της Νέας Αθήνας.

 

 Ο καθένας τους ήταν μια αυτόνομη πολιτεία με πολυώροφες δομές, με κάθετους κήπους και αγροκτήματα, βιοκλιματικά διαμερίσματα εργαστήρια και υδροπονικές εγκαταστάσεις. Το έξυπνο νανο-υλικό τους είχε αρχίσει ν’ ανταποκρίνεται στην ενέργεια των ακτίνων του ηλίου που ανάτελλε με αποτέλεσμα ν’ αστράφτουν εκτυφλωτικά στο πρώτο φως της ημέρας. Λευκές ομίχλες πρωινής δροσιάς στροβιλίζονταν γύρω απ’ τον ημισφαιρικό θόλο ψυχαγωγίας και τα αιολικά κινητογλυπτά που καταλάμβαναν το κέντρο της πόλης.

 

Ο μακρόσυρτος συριγμός ενός διατμοσφαιρικού τζετ που έσπαγε το φράγμα του ήχου πάνω απ’ το κοσμοδρόμιο των Σπάτων, διέτρεξε τον γαλήνιο ουρανό σαν το ωστικό κύμα κάποιας στρατοσφαιρικής έκρηξης. 

 

-«Πρέπει να φάτε κάτι.» μου υπενθύμισε ευγενικά ο Άγγελος. «Στο εστιατόριο του πανδοχείου μπορείτε να παραγγείλετε ένα πλήρες πρωινό που θα καλύψει τις διατροφικές σας ανάγκες. Μην σας ανησυχεί η καθαρότητα του. Τα νανο-εμφυτεύματα σας είναι σε θέση ν’ αντιμετωπίσουν κάθε είδους λοίμωξη.»  

 

Αποφάσισα ν’ ακολουθήσω την συμβουλή του αόρατου συντρόφου μου και άρχισα να περπατώ με αργό ρυθμό ανάμεσα στα γκρίζα κοντέινερς ανταλλάσοντας ράθυμα βλέμματα με τις καλοθρεμμένες γάτες που με κοίταζαν με βλέμματα από αναλυτό κεχριμπάρι. Υποψιάστηκα ότι ήταν μεταλλαγμένες. Το οικοσύστημα του Λόφου δεν είχε μελετηθεί επαρκώς έως τώρα αν και αποτελούσε ένα συναρπαστικό παράδειγμα συνύπαρξης διαφόρων μορφών ζωής που είχαν χτίσει μια συμβιωτική σχέση μ’ ένα εντελώς ανθρωπογενές περιβάλλον. 

 

Κάποια στιγμή έφτασα στο εστιατόριο το οποίο μια φορά και έναν καιρό ήταν το κυλινδρικό βαγόνι ενός διηπειρωτικού μαγνητικού σιδηροδρόμου. Η πίσω πόρτα του ήταν ανοιχτή και τα ομοιόμορφα παράθυρά του με τα διπλά  τζάμια είχαν θολώσει απ’ το  ζεστό αέρα που γέμιζε το εσωτερικό του. 

 

Ανέβηκα τρία προχειροφτιαγμένα σκαλοπάτια από τρισδιάστατα εκτυπωμένες παλέτες προκατασκευασμένων επίπλων και μπήκα στο εσωτερικό του βαγονιού.

 

Ένα άρωμα αρωματικού καφέ και πράσινου τσαγιού με χτύπησε στο πρόσωπο. Ο μακρόστενος χώρος με τους πάγκους και τα τραπέζια από χαραγμένο πολυεστέρα ήταν σχεδόν άδειος. Υπέθεσα ότι οι υπόλοιποι ένοικοι του πανδοχείου δεν είχαν ξυπνήσει ακόμα. Στο φως του πρωινού ήλιου που έμπαινε απ’ τα παράθυρα, διέκρινα έναν κοντόχοντρο άνθρωπο.

 

Καθόταν στην άκρη ενός πάγκου, κοντά στο πάσο που έβγαζε σε μια αθέατη κουζινούλα, στο πίσω μέρος του εστιατορίου. Μπροστά του άχνιζε μια μεταλλική κούπα συνθετικού καφέ. Άρχισα να περπατώ προς το μέρος του ενώ ο Άγγελος τροφοδοτούσε τα οπτικά μου εμφυτεύματα με γεωμετρικά ινφογραφήματα: 

 

Κυκλοφορούσε στο λόφο με το όνομα Κωνσταντίνος και ασκούσε το επάγγελμα του ξεναγού.  Δεν ήταν καταγεγραμμένος σε κάποια ευρύτερη τράπεζα δεδομένων πράγμα που σήμαινε ότι δεν είχε διαιωνίσει τα γονίδια του με κάποιο τεχνητό ή φυσικό τρόπο.

 

 

Το DNA του, αν και δεν είχε υποβληθεί σε κάποια διαδικασία γονιδιακής αναβάθμισης, ήταν ωστόσο εμπλουτισμένο με λειτουργικά νανο-συστήματα αποτροπής εκφυλιστικών ασθενειών που τον κρατούσαν υγιή. Υπέθεσα ότι τα είχε αγοράσει απ’ το τοπικό δίκτυο της μαύρης αγοράς που ανθούσε στην περιοχή του Λόφου.

 

Διατηρούσε τρεις καμουφλαρισμένους λογαριασμούς σε διαβαλκανικές τράπεζες και προτιμούσε να πληρώνεται προκαταβολικά για τις υπηρεσίες του. Τέλος, ήταν τακτικός καταναλωτής συνθετικής μαριχουάνας ανεπίσημης προέλευσης, που παρασκευαζόταν σε υδροπονικές δεξαμενές, μέσα στα ανήλιαγα υπόγεια της «Χώρας,» και στα εγκαταλειμμένα συστήματα αποστράγγισης ομβρίων υδάτων που εκτείνονταν ακόμα στο υπέδαφος της πλημμυρισμένης πεδιάδας. Ήταν εν ολίγοις ένας τυπικός κάτοικος του Λόφου που κινούταν στα όρια μιας προβλέψιμης και ακίνδυνης παρανομίας, με γενειάδα τριών ημερών, ντυμένος άτσαλα, ολοφάνερα υπέρβαρος, με αδρά χαρακτηριστικά και με τη δύστροπη διάθεση ενός ηγεμονίσκου που νιώθει την ανάγκη να υπογραμμίζει συνεχώς την πλασματική του σιγουριά.

 

Κάθισα μπροστά του υιοθετώντας τη συμπεριφορά ενός άπραγου τουρίστα: Αμήχανο χαμόγελο και βλέμμα που ξεχείλιζε από καλοπροαίρετη αβεβαιότητα. Του συστήθηκα και τον ρώτησα με ευγενική και αβέβαιη φωνή:

 

-«Είστε ο κύριος Κώστας που θα με οδηγήσει στην κορφή του Λόφου;»

 

Ο Κωνσταντίνος με κοίταξε αργά και προσεκτικά, μέσα από μισόκλειστα και τσιμπλιασμένα βλέφαρα. Από πάνω-μέχρι κάτω, σαν αργοκίνητος σαρωτής των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα. Έξυσε ράθυμα το αξύριστο πηγούνι του με τα μαυρισμένα νύχια του δεξιού του χεριού και στη συνέχεια δήλωσε με βαριεστημένο ύφος:

 

-«Ναι. Αυτός είμαι. Χαίρω πολύ. Φάτε κάτι πρώτα γιατί σε λίγο ξεκινάμε.»  Μιλούσε μακρόσυρτα και βαριά, τραβώντας τα φωνήεντα. Αναρωτήθηκα αν αυτό το γεγονός οφειλόταν στην πολυετή χρήση της μαριχουάνας ή επρόκειτο για κάποιον εθιμοτυπικό τρόπο εκφοράς του λόγου στον Λόφο, μια εκδήλωση τεστοστερινούχου ταμπεραμέντου Μεσογειακής προέλευσης ενδεχομένως.

 

Ανακάλεσα τα δεδομένα που εισήγαγε ο Άγγελος στον αμφιβληστροειδή μου και ζήτησα μια επισκόπηση του κοινωνικού προφίλ του: συνομιλητή μου.

 

 Ο Κωνσταντίνος ήταν «μικρανηψιός» του Δήμαρχου της τοπικής κοινότητας που έφερε το όνομα «Χώρα.». Αυτό σήμαινε ότι ο παππούς του ήταν αδελφός του ντόπιου ηγέτη.  Η κοινωνία του λόφου λειτουργούσε με βάση ένα επαρχαιωμένο δίκτυο βιολογικών συγγενειών που ακολουθούσε μια αυστηρά ιεραρχική δομή και βασιζόταν σε τρεις πυλώνες. Σε έναν ισόβιο Δήμαρχο που ασκούσε την διοικητική εξουσία, σ’ έναν νομοτηρητή που διασφάλιζε την «έννομη τάξη» και σ’ ‘έναν ιερέα που ρύθμιζε τη θρησκευτική ζωή των κατοίκων. Αυτοί οι τρεις σχημάτιζαν ένα διοικητικό συμβούλιο που διαχειριζόταν τα οικονομικά της κοινότητας.

 

Γύρω τους διακλαδίζονταν ένα δίκτυο υπόγειων επαγγελματικών δραστηριοτήτων το οποίο βασιζόταν στην καταβολή ανεπίσημων φιλοδωρημάτων και αμοιβαίων εξυπηρετήσεων που εξασφάλιζαν την απρόσκοπτη λειτουργία του όλου συνόλου.  Ο Κώστας για παράδειγμα εργαζόταν κάτω απ’ την προστατευτική ανοχή του Δημάρχου ο οποίος εισέπραττε το ένα τέταρτο της συνολικής αμοιβής του προκειμένου να τον προμηθεύει με πελάτες.

 

Παρήγγειλα ένα πρωινό που αποτελούταν από συνθετικό καφέ, χειροποίητες μπάρες δημητριακών και κάτι αρωματικούς σβώλους από αποξηραμένη ζύμη αλευριού. Με την πρώτη δαγκωνιά σχεδόν ένιωσα τα νανο-ρομπότ που κυκλοφορούσαν στο κυκλοφορικό μου σύστημα να μπαίνουν σε κατάσταση επαυξημένης ετοιμότητας προκειμένου ν’ αντιμετωπίσουν τυχόν απρόσκλητους εισβολείς. Ωστόσο, δεν πτοήθηκα. Συνέχισα να μασουλάω το πρωινό μου ατάραχος, κάτω από το επιδεικτικά αδιάφορο βλέμμα του Κώστα που με παρατηρούσε σαν βαριεστημένο Ιγουάνα.   

3.

 

 

 

Ο Λόφος ήταν αρκετά μεγάλος ώστε να διαθέτει τη δική του μικρογεωγραφία. Είχε στενές κοιλάδες και πλατώματα, ρεματιές και γκρεμούς. Είχε σχηματιστεί λίγα χρόνια πριν την λήξη της εποχής της Διάσπασης, τότε που υπήρχαν ακόμα κάτι διοικητικές οντότητες που ονομάζονταν κράτη, οριοθετημένα από σύνορα που καθόριζαν την έκτασή τους. Το τοπικό κράτος εκείνων των καιρών αντιμετώπιζε πολύ μεγάλα προβλήματα ως προς την ομαλή διαχείριση των δημοσιοοικονομικών του, εξαιτίας των πολιτιστικών ιδιομορφιών των κατοίκων του οι οποίες δεν ενθάρρυναν οικονομικές δραστηριότητες που βασίζονταν στην επιστημονική έρευνα και σε αξιοκρατικά κριτήρια.

 

Σε μια ύστατη απόπειρα να περισωθεί η καταρρέουσα οικονομία του, είχαν γίνει κάποιες διακρατικές συμφωνίες οι οποίες περιλάμβαναν την προσωρινή αποθήκευση των απορριμμάτων που παρήγαγαν οι γειτονικές χώρες  έναντι κάποιας γενναίας αποζημίωσης. Οι υποδομές της ανακύκλωσης που υποτίθεται ότι θα απορροφούσαν σταδιακά τη μάζα του Λόφου δεν στήθηκαν ποτέ καθώς τα κονδύλια για την κατασκευή τους χάθηκαν ανάμεσα στα γρανάζια της ανεξέλεγκτης παραοικονομίας εκείνων των καιρών με αποτέλεσμα ο Λόφος να παραμείνει στη θέση του, ένα πελώριο νησί στο κέντρο μιας πλημμυρισμένης πεδιάδας, το μνημείο μιας εποχής διαχειριστικής αλλοφροσύνης και οικολογικής αυθαιρεσίας. Τώρα ήταν ένας σωρός απορριμμάτων που είχε ύψος 750 μέτρων και διάμετρο τεσσάρων χιλιομέτρων.

 

Προτού ακολουθήσουμε το φιδογυριστό μονοπάτι που θα μας έβγαζε στην κορφή του Λόφου, περάσαμε μέσα από τη «Χώρα.» Ήταν μια μικρή πολιτεία από υπόσκαφες κατοικίες που καταλάμβαναν την Ανατολική πλευρά του Λόφου. Αντίκρισα στενές εξώπορτες που κάποτε έφραζαν καμπίνες πλοίων και αεροπλάνων και μεταποιημένα τροχόσπιτα που διαγράφονταν μισοθαμμένα σ’ επικλινείς πλαγιές.

 

 Ανάμεσά τους απλώνονταν αυλές που ήταν οριοθετημένες με συρματοπλέγματα και τοιχία από πλαστικά δοχεία γεμισμένα με άμμο.  Στο ψηλότερο μέρος του οικισμού είχαν στηθεί αυτοσχέδιες ανεμογεννήτριες, συλλέκτες ηλιακής ενέργειας, θερμοκήπια με νάιλον περιβλήματα και ηλεκτροστατικά ιστία που συνέλλεγαν τους υδρατμούς της πρωινής ομίχλης.  Ο καυτός ήλιος του ανοιξιάτικου εκείνου πρωινού πρόβαλλε πίσω απ’ τα κτίρια της Νέας Αθήνας και η πεδιάδα άστραψε σαν θρυμματισμένος καθρέφτης.

 

Λίγα λεπτά αργότερα η ατμόσφαιρα απέκτησε μια λευκή αδιαφάνεια. Τα στάσιμα νερά της πεδιάδας άρχισαν να εξατμίζονται και τα αναρίθμητα κρόσσια μιας βαριάς πάχνης αναδύθηκαν απ’ την επιφάνειά της, σηκώθηκαν ψηλά σαν ανορθωμένα φίδια και τύλιξαν τον Λόφο με αέρινα πέπλα αργοκίνητης υγρασίας.

 

Μόλις ξεπεράσαμε και το τελευταίο σπιτάκι της «Χώρας» αρχίσαμε να ανηφορίζουμε  το μονοπάτι που ελισσόταν στην ανατολική πλαγιά του Λόφου. Ύστερα από μια βραχύβια ανάβαση περάσαμε μέσα από ένα διάσελο όπου αναρίθμητες τηλεοπτικές κεραίες συνέθεταν ένα μεταλλικό δάσος από σκουριασμένα δέντρα. Ανάμεσά τους κάποιος άγνωστος καλλιτέχνης, σπρωγμένος από μια αταβιστική παρόρμηση ευταξίας, είχε τοποθετήσει σε κυκλική διάταξη παμπάλαια δορυφορικά κάτοπτρα.

 

Εδώ και εκεί, γύρω απ’ τις βάσεις των κεραιών, είχε φτιάξει περίπλοκα συμπλέγματα από διαβρωμένους πυκνωτές, οξειδωμένες αντιστάσεις-αντίκες και μικροκυκλώματα που έμοιαζαν με γωνιώδεις απομιμήσεις ξεραμένων θάμνων. Το απαλό αεράκι που φυσούσε σ’ εκείνο το υψόμετρο, περνούσε ανάμεσά τους και παρήγαγε ένα μεταβαλλόμενο σφύριγμα.

 

Στη συνέχεια ανεβήκαμε μια πλαγιά που τη συνέθεταν σκουριασμένοι τροχοί αρχαίων οχημάτων οι οποίοι είχαν συγκολληθεί μεταξύ τους κάτω από την επίδραση των βροχών και της γήινης βαρύτητας.

 

Σχημάτιζαν έναν μαυριδερό καταρράκτη με πορώδεις κυματισμούς. Μέσα απ’ τις αναρίθμητες τρύπες που είχε ανοίξει επάνω τους ο χρόνος, μας κοιτούσαν με χάντρινα ματάκια δεκάδες κουνέλια που η φυσική επιλογή τα είχε υποχρεώσει να αποκτήσουν τα μουντά χρώματα των μεταλλικών καταφυγίων τους.

 

Πιο ψηλά ακόμα, η δομή του λόφου γινόταν ακόμα πιο ασυνήθιστη: Περάσαμε δίπλα από διαδοχικά πλατώματα γεμάτα με αμμοθίνες που ιρίδιζαν σαν πολυεδρικά πετράδια.

 

Ήταν φτιαγμένες από θραύσματα πολύχρωμων μπουκαλιών από γυαλί τα οποία είχαν λειανθεί και στρογγυλέψει εξαιτίας της μακροχρόνιας τριβής τους με τον άνεμο και τη βροχή και τώρα έμοιαζαν με τις κροκάλες μιας κρυσταλλένιας ακτής. Ακόμα πιο ψηλά διασχίσαμε ένα οροπέδιο από μισολυωμένα ελαστικά και ένα σύμπλεγμα από ασύμμετρους οβελίσκους που ήταν κατασκευασμένοι από τα συγκαλυμμένα κουφάρια αποσυρμένων αυτοκινήτων.

 

 Σωροί από απογυμνωμένα  καλώδια τυλίγονταν ασφυκτικά γύρω τους, σαν νημάτια αναρριχητικών φυτών ενώ στην κορφή του καθενός άστραφταν ανοξείδωτοι σωροί από καρατομημένες σωληνώσεις. Στο τέλος του οροπεδίου, δίπλα στο σημείο όπου ορθώνονταν κάθετα ως προς το έδαφος το ρύγχος ενός πελώριου επιβατικού αεροπλάνου, αντικρίσαμε επιτέλους το τέλος της ανηφορικής διαδρομής μας: Ένας μικρός ναΐσκος, ένα ταπεινό εκκλησάκι που είχε το γραφικό όνομα «Προφήτης Ηλίας».

 

Στο εσωτερικό του επρόκειτο να εκτελεστεί μια απόκρυφη και θαυμαστή τελετή. Είχα πληρώσει πλουσιοπάροχα τον Κώστα και τα αφεντικά του προκειμένου να μου δοθεί η δυνατότητα να είμαι παρόν στην ολοκλήρωσή της.  

Εκείνοι την ονόμαζαν «Το θαύμα της Ανάστασης.» 

 

4.

 

Η Ίντιρα Τζαμπάλα, με υποδέχτηκε σ’ ένα περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας που αντανακλούσε με απόλυτη σαφήνεια  το υψηλό επίπεδο υπηρεσιών που παρείχε η εταιρία-εργοδότης της. Ο Ινδουιστικός ναός με τα αναρίθμητα ανάγλυφα που ορθωνόταν στην όχθη μιας απέραντης πεδιάδας με ορυζώνες, λουσμένος στο μελένιο χρώμα ενός τροπικού ηλιοβασιλέματος, εξέπεμπε μια εντύπωση άχρονης δύναμης και σοφίας.

 

 Το ίδιο και εκείνη η οποία, ως εκπρόσωπος της Εταιρίας Βιοδυναμικών Ερευνών Κσατρίγια, στεκόταν μπροστά μου, ντυμένη με την παραδοσιακή αμφίεση μιας Ινδής πριγκίπισσας. Ως κύρια χρηματοδότρια της κατασκευής του Ράμα, του μεγαλύτερου ξενοδοχειακού σταθμού που περιφερόταν γύρω από τη Γη, η Κσατρίγια ήταν μια από τις πιο δυναμικά ανερχόμενες εταιρίες του ηλιακού συστήματος.

 

Ειδικεύονταν στην ανάπτυξη Τρασχιουμανιστικών συστημάτων που υποστήριζαν την απεριόριστη επιμήκυνση της ανθρώπινης ζωής και την εκθετική ενίσχυση των επεξεργαστικών και μνημονικών δυνατοτήτων  του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτές οι πληροφορίες ωστόσο, ελάχιστα με βοηθούσαν στο να μαντέψω το λόγο για τον οποίο η κυρία Τζαμπάλα με είχε προσκαλέσει στον ψηφιακό της παράδεισο.  Την κοίταξα κατάματα αλλά τα πελώρια μάτια της που ήταν μαύρα και αμυγδαλωτά, δεν πρόδιδαν τίποτα περισσότερο από μια καλοκάγαθη ευγένεια.

 

-«Σας ευχαριστώ που απαντήσατε θετικά στο αίτημά μου για μια προσωπική συνάντηση» μου είπε.

 

Υποκλίθηκα ευγενικά, όπως απαιτεί το διαπλανητικό εταιρικό πρωτόκολλο.

 

-«Ελάτε μαζί μου,» πρόσθεσε και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε μια σειρά από πέτρινα σκαλοπάτια που κατέληγαν στο πρασινωπό νερό των ορυζώνων.

 

-«Γνωρίζω ότι το εγχείρημά σας στον Αρειανό δορυφόρο Δείμο είχε άδοξη κατάληξη» μου είπε κοφτά.

 

-«Σωστά,» της απάντησα. «Τα δείγματα των συνθετικών ρετροιών που έκλεψα από τις γονιδιακές τράπεζες της αποικίας δεν ανταποκρίθηκαν στο εργαστηριακό περιβάλλον των εργοδοτών μου. Για να το θέσω απλά, πέθαναν.»

 

-«Για έναν τεχνοσκόπο της δικής σας φήμης μια τέτοια αποτυχία είναι μάλλον καταστροφική» σχολίασε η κα Τζαμπάλα με ουδέτερο ύφος.

 

Έσφιξα τα χείλη μου με θυμό.

-«Θα ξεχαστεί κάποια στιγμή» της απάντησα με μια φωνή που ακούστηκε κάπως πιο βαριά από ότι θα ήθελα. Ένας κλέφτης τεχνολογικών εφαρμογών όπως εγώ, (ο όρος τεχνοσκόπος που είχε χρησιμοποιήσει η συνομιλήτρια μου δεν ήταν παρά ένας ευγενικός ευφημισμός) δεν είχε την πολυτέλεια να είναι δύστροπος με μια πιθανή εργοδότρια τέτοιου βεληνεκούς.

 

Δάγκωσα τη γλώσσα μου και περίμενα την απάντησή της.

 

-«Οι άνθρωποί μου παρακολουθούν τις δραστηριότητές σας εδώ και αρκετό καιρό και οφείλω να ομολογήσω ότι έχω εντυπωσιαστεί αρκετά από τα επιτεύγματά σας.» μου είπε χωρίς να φαίνεται ενοχλημένη απ’ την αντίδρασή μου. Κάθισε σ’ ένα πέτρινο σκαλοπάτι και μ’ ένα φιλικό νεύμα με παρότρυνε να κάνω το ίδιο.

 

Μιμήθηκα το παράδειγμά της και περίμενα ν’ ακούσω τη συνέχεια.

 

-«Θέλω να σας προσφέρω μια δεύτερη ευκαιρία.»

 

-«Είμαι όλος αυτιά» τη διαβεβαίωσα.

 

Εκείνη χαμογέλασε και το πρόσωπό της φωτίστηκε τονίζοντας ακόμα πιο πολύ την σταρένια ομορφιά της.    

 

-«Πριν από έξι μήνες η εταιρία μου έπεσε θύμα βιομηχανικής κατασκοπίας,» δήλωσε. «Κάποιος συνάδελφός σας κατάφερε να εισχωρήσει στα εργαστήριά μας και να υποκλέψει μια πειραματική καλλιέργεια νανο-βακτηριδίων που μας είναι πολύ σημαντική. Κατά τη διάρκεια της απόδρασής του έγινε αντιληπτός και η διατμοσφαιρική βολίδα του καταρρίφθηκε. Ωστόσο, ο ίδιος εξαφανίστηκε. Γνωρίζουμε ότι το όχημά του συνετρίβη στα Νότια της Βαλκανικής Χερσονήσου και ότι προτού υποκύψει στα τραύματά του, κατάφερε να εισχωρήσει σε μια απομονωμένη κοινότητα Ελλήνων που ζουν στα περίχωρα της Νέας Αθήνας. Θέλω να  πάτε εκεί, να εντοπίσετε το σώμα του και να ανακτήσετε το κλεμμένο δείγμα.»

 

-«Θέλετε δηλαδή να κατέβω στη Γη;» τη ρώτησα μισοκλείνοντας τα μάτια μου με δυσπιστία.

 

-«Ακριβώς αυτό. Και για να σας καθησυχάσω, όταν εκτεθείτε στο γήινο περιβάλλον, δεν θα είστε μόνος. Στο κυκλοφορικό σας σύστημα θα εισάγουμε νανο-ρομπότ που θα σας προστατεύσουν από τους πάσης φύσης μικρο-οργανισμούς στους οποίους θα εκτεθείτε ενώ θα σας εξοπλίσουμε και με έναν Άγγελο, μια εμφυτευμένη τεχνητή νοημοσύνη που θα σας επιτηρεί και θα σας παρέχει την καθοδήγηση που θα χρειαστείτε προκειμένου να φέρετε σε πέρας την αποστολή σας με επιτυχία.»

 

-«Θα μπορούσα να ρωτήσω τι είδους νανο-βακτηρίδια είναι αυτά που αναζητάτε;» τη ρώτησα.

 

Εκείνη μου απάντησε ως εξής:

 

-«Πρόκειται για κάποια ολοκληρωμένα συστήματα ανασύνθεσης αλλοιωμένων οργανικών ιστών. Στόχος μας είναι να επαναφέρουμε στη ζωή ανθρώπους που έχουν περιέλθει στην κατάσταση του κλινικού θανάτου για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.» 

5.

 

 

Το εκκλησάκι είχε μια οργανική εμφάνιση.  Ήταν φτιαγμένο από σφιχτοπλεγμένα κλαδιά θάμνων, κομμένα κατά πάσα πιθανότητα απ’ την πεδιάδα, και από ένα παχύ επίχρισμα κατάλευκου ασβέστη. Ένα μικρό καμπαναριό υψωνόταν στη δεξιά πλευρά του. Πρόβαλε μέσα από τη λευκή αχλή που στεφάνωνε την κορφή του λόφου σαν το καύκαλο κάποιου γιγαντιαίου απολιθώματος της Κρητιδικής περιόδου.

 

Εκατέρωθεν της τοξωτής εξώθυράς του στέκονταν δυο άνθρωποι. Η στάση του σώματός τους, καθώς και οι αγριωπές εκφράσεις των γενειοφόρων προσώπων τους, με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι είχαν αναλάβει καθήκοντα φρουρών.

 

 

Προφανώς, αυτό που συνέβαινε μέσα στο εκκλησάκι είχε έναν εντελώς ανεπίσημο χαρακτήρα.

 

Είχα ήδη αρχίσει να υποψιάζομαι τι θα μπορούσε να είναι αυτό.

 

Ο Κωνσταντίνος μου έκανε νόημα να μείνω στη θέση μου. Ύστερα, πλησίασε τους μεγαλόσωμους φρουρούς, αντάλλαξε μαζί τους κάποιες χαμηλόφωνες κουβέντες και στη συνέχεια μου έγνεψε να πλησιάσω.

 

Υπάκουσα στο κάλεσμά του και δρασκελίσαμε μαζί το κατώφλι της εκκλησίας.

 

Στο στενάχωρο εσωτερικό της απλωνόταν μια κιτρινωπή αχλή. Το φως του ήλιου κρυφοκοίταζε μέσα από μικροσκοπικά παράθυρα που ήταν καλυμμένα με κομμάτια χρωματιστού γυαλιού τα οποία σχημάτιζαν απλοϊκές εικόνες, γονατιστούς ανθρώπους με φωτοστέφανα, φτερωτούς αγγέλους και περιστέρια με ορθάνοιχτα φτερά. Μπροστά από ένα λιτό τέμπλο που έκρυβε κάποιο αθέατο άβατο, έκαιγαν μεγάλα κεριά στηριγμένα πάνω σε μεταλλικά μανουάλια. Μέσα στο θαμπό ημίφως που παρήγαγαν, διέκρινα ένα μικρό πλήθος ανθρώπων που ήταν μαζεμένοι γύρω από ένα ορθογώνιο κουτί το οποίο έμοιαζε με φέρετρο. Ήταν καλυμμένο με λουλούδια και στις τέσσερεις γωνίες του έκαιγαν  ισάριθμα καντήλια.

 

Ο Άγγελος άρχισε να με βομβαρδίζει με μια καταιγιστική ροή ινφογραφημάτων σύμφωνα με τα οποία, όλοι οι παρευρισκόμενοι ήταν συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού του Δημάρχου, του ιερέα της Χώρας και του Νομοτηρητή. Στέκονταν γύρω από το λουλουδιασμένο φέρετρο με τα κεφάλια σκυμμένα και τα χέρια σταυρωμένα μπροστά τους, εντελώς ακίνητοι, οι γυναίκες ντυμένες με μακριές φούστες και μαντήλες, οι άνδρες με τα ρούχα εργασίας τους.

 

Ο μόνος που κινούταν ήταν ο ιερέας, ο οποίος στεκόταν στην κεφαλή του φέρετρου. Κρατούσε ένα θυμιατό στο δεξί του χέρι με το οποίο λιβάνιζε κατά τρόπο τελετουργικό ψέλνοντας χαμηλόφωνα. Πυκνά σύννεφα αρωματικού καπνού στροβιλίζονταν αργά κάτω απ’ τον θόλο της εκκλησίας και μια βαριά αίσθηση μυστικότητας διαπότιζε την ατμόσφαιρα. Ταυτόχρονα όμως υπήρχε και ένας αέρας προσμονής.

 

Ο Άγγελος με πληροφόρησε ότι η τελετή που εκτυλισσόταν μπροστά μου ήταν η απλοποιημένη εκδοχή μιας πανάρχαιας τελετουργίας που τιμούσε την Ανάσταση ενός θεανθρώπου, ενός υιού του θεού δηλαδή ο οποίος, σύμφωνα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των κατοίκων του λόφου, είχε ενσαρκωθεί πριν από δυόμισυ χιλιάδες χρόνια στη Γη προκειμένου να διδάξει και να σώσει την ανθρωπότητα από τις αμαρτίες της.

 

 Είχε θυσιαστεί τελετουργικά μέσω της μαρτυρικής διαδικασίας της σταύρωσης και τρεις μέρες μετά το φαινομενικό του θάνατο, είχε αναστηθεί και επιστρέψει στους ουρανούς όπου ανήκε, νικώντας τον ίδιο το θάνατο και χαρίζοντας την ελπίδα σε μια βασανισμένη ανθρωπότητα.

 

Πλησίασα διακριτικά το φέρετρο και το κρυφοκοίταξα πάνω απ’ τον ώμο του Κωνσταντίνου που στεκόταν μπροστά μου. Κάτω από το παχύ στρώμα των κομμένων λουλουδιών που το γέμιζαν μέχρι τα χείλη, διαγραφόταν η σιλουέτα ενός ανθρώπινου σώματος.

 

Ο ιερέας έπαψε να ψέλνει και η αίσθηση της προσμονής που πλημμύριζε το μισοσκότεινο  εκκλησάκι  αυξήθηκε κατακόρυφα. Κάποιος του έφερε ένα ρηχό ποτήρι που περιείχε «αγίασμα»-ευλογημένο νερό όπως μου εξήγησε ο Άγγελος. Εκείνος,  αφού έβρεξε τα δάχτυλά του, έρανε το φέρετρο ξεκινώντας από το σημείο όπου βρισκόταν το κεφάλι του ανθρώπου που κειτόταν μέσα του. Οι σταγόνες του αστραφτερού νερού διαπότισαν τα πέταλα των κομμένων λουλουδιών και βυθίστηκαν βαθιά μέσα τους.

Ύστερα, κάτι κινήθηκε. Τα λουλούδια αναδεύτηκαν. Πνιχτές ανάσες και λυγμοί διέτρεξαν τη μαζεμένη ομήγυρη.

 

Οι φλόγες των καντηλιών και των κεριών τρεμόπαιξαν.

 

Το στρώμα των λουλουδιών χωρίστηκε στη μέση και μια ανθρώπινη μορφή ανακάθισε μέσα στο φέρετρο. Εντελώς σακατεμένη, με το πρόσωπό της παραμορφωμένο από συντριπτικά κατάγματα και το στήθος της σκεπασμένο μ’ ένα διχτυωτό από χοντροφτιαγμένα ράμματα. Ωστόσο, ζωντανή. Άνοιξε τα μάτια της και ατένισε με βλέμμα αστραφτερό το μαζεμένο πλήθος.

 

Χαμογέλασα πλημμυρισμένος από άφατη ικανοποίηση.

 

Η κυρία Ίντιρα Τζαμπάλα θα έμενε πολύ ευχαριστημένη.

 

Επιστροφή 

Μοιραστείτε το άρθρο !

Who is Who

Ο Έρικ Σμυρναίος είναι κατά το ήμισυ Έλληνας και κατά το ήμισυ Φιλανδός, και γεννήθηκε στην Αγγλία το 1970, όπου και σπούδασε Νομικά. Από το 1993 ζει και εργάζεται στην Ελλάδα όπου, στον ελεύθερο χρόνο του, αρέσκεται να γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα που κινούνται στο χώρο του φανταστικού. Παρά το ότι η μητρική του γλώσσα δεν είναι τα ελληνικά, τα έργα του είναι γραμμένα σε αυτή τη γλώσσα, την οποία ο ίδιος θεωρεί “την τελειοτέρα όλων των γλωσσών”. Κατά τα άλλα, του αρέσει ο κινηματογράφος φαντασίας, με ιδιαίτερη προτίμηση στο είδος του μεταφυσικού θρίλερ και της επιστημονικής φαντασίας, το διάβασμα, οι πεζοπορίες στα συναρπαστικά ελληνικά βουνά και η εξερεύνηση μυστηριακών τόπων, κατά προτίμηση κατά τη διάρκεια της νύχτας.

 

Φιλοδοξεί μια μέρα να πατήσει το πόδι του στον πλανήτη Άρη, αν κι έχει αποδεχτεί πλέον το γεγονός ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι μάλλον απίθανο. Τα τρία βιβλία του Συγγραφέα : α) Η Κυρά Της Πόλης β) Δεσμοί Αίματος γ) Η Εκδίκηση της Κασσάνδρας.