Μοιραστείτε το άρθρο !

Στα αριστερά της εισόδου καθόταν σιωπηλά σε στάση λωτού ένας μαύρος Ινδός ντυμένος με έναν λευκό μανδύα. Αφού προχώρησε από την είσοδο και μέσα στο φως εκατοντάδων κεριών που τρεμόπαιζαν, αισθάνθηκε απογυμνωμένος από κάθε συναίσθημα και σκέψη, σαν όλη η φαντασμαγορία της γήινης ύπαρξής του να είχε εξαφανιστεί. Αυτή η κατάσταση δεν ήταν καθόλου ευχάριστη και αυτό που ένιωθε πλέον ήταν πως είχε απομείνει μονό ο ουσιώδης Γιουνγκ, ο θεμελιώδης εαυτός του. Αισθανόταν πως μέσα στο ναό υπήρχε όλο το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης, ο σκοπός της ζωής του, το τι προηγήθηκε και το τι θα ακολουθούσε. Ολα αυτά τα βασανιστικά ερωτήματα θα μπορούσαν να απαντηθούν. Ηταν έτοιμος να περάσει και το τελευταίο σύνορο για να πάρει τις πολύτιμες απαντήσεις του, όταν είδε μπροστά του το γιατρό του στην αρχετυπική μορφή του Βασιλιά της Κω. Το ελληνικό νησί προφανώς ήταν εντυπωμένο στη συνείδηση του Γιουνγκ, αφού αποτελούσε κατά την αρχαιότητα τη γενέτειρα του Ιπποκράτη αλλά και τον τόπο όπου λατρευόταν ο θεός της Ιατρικής Ασκληπιός. Ο βασιλιάς, λοιπόν, ανήγγειλε στον Γιουνγκ πως δεν έφτασε ακόμα η ώρα για να αναχωρήσει από τη Γη και πως πρέπει να γυρίσει πίσω. Τη στιγμή αυτή της αναγγελίας το όραμα διακόπηκε και ο Γιουνγκ επέστρεψε μονομιάς στη γνωστή πραγματικότητα. 

 

 

Τις επόμενες ημέρες συναισθήματα απογοήτευσης και απελπισίας τον κατέκλυσαν για την επιστροφή του στα γήινα. Θεωρούσε πως έπρεπε να παραμείνει στο Ναό, (να σημειώσουμε πως η ύπαρξη ναού αναφέρεται σε πληθώρα NDE), όπου θα συνέχιζε τη πορεία του αλλά και θα έβρισκε τις απαντήσεις που ζητούσε. Χαρακτηριστικά σημειώνει πως δεν είχε διάθεση ούτε να μασήσει τη τροφή του, κοιτούσε έξω από το παράθυρο του νοσοκομείου και ο κόσμος του φαινόταν σαν σκισμένο χαρτί εφημερίδας γεμάτο από φωτογραφίες χωρίς νόημα. Αισθανόταν σαν πίσω από τον ορίζοντα του πραγματικού κόσμου να είχε στηθεί ένας τεχνητός τρισδιάστατος κόσμος, όπου κάθε άνθρωπος καθόταν φυλακισμένος στο προσωπικό του κουτί.

Οπως μας εξιστορεί, λοιπόν, το πεδίο όρασής του ξαφνικά μεταφέρθηκε ψηλά στο διάστημα, από όπου είχε τη δυνατότητα να αντικρίζει τη σφαιρικότητα της υδρογείου, η οποία ήταν λουσμένη σε ένα μεγαλοπρεπή μπλε φως. Μπορούσε να διακρίνει τις ηπείρους και το απέραντο γαλάζιο των ωκεανών. Σε πολλές περιοχές της φαινόταν χρωματισμένη, ενώ σε άλλες είχε μία οξειδωμένη ασημί λάμψη. Καθώς αιωρούνταν στο κενό, γύρισε προς τα πίσω και είδε ένα τρομακτικό κομμάτι βράχου, που έμοιαζε με μετεωρίτη. Αναφέρει πως παρόμοια γιγαντιαία κομμάτια πέτρας είχε δει μόνο στο κόλπο της Βεγγάλης. Επρόκειτο για κομμάτια ηλιοψημένου γρανίτη που χρησίμευαν ως προθάλαμοι ναο

Οταν εξετάζονται τέτοιου είδους θέματα, όπως αυτό των Near Death Experiences,  το βασικό ερευνητικό εργαλείο που υπάρχει διαθέσιμο είναι η εξιστόρηση των βιωματικών εμπειριών. Τις περισσότερες φορές, βέβαια, οι ιστορίες αυτές αμφισβητούνται λόγω έλλειψης αξιοπιστίας του εξιστορητή. Οταν όμως έχουμε να κάνουμε με έναν από τους πιο διάσημους ψυχολόγους, τα δεδομένα αλλάζουν. Ηταν χειμώνας στην Ελβετία του 1944, όταν ο παγκοσμίου φήμης ψυχολόγος Καρλ Γιουνγκ υπέστη καρδιακή προσβολή την οποία επακολούθησε μια επιθανάτια εμπειρία. Η έντονη συνάντησή του με το φως, όπως επίσης και η όλο νόημα διορατικότητα, οδήγησαν τον Γιουνγκ να πειστεί για την αυθεντικότητα της εμπειρίας του, μιας και συνειδητοποίησε πως είχε έρθει σε επαφή με μία πραγματικότητα αρκετά πιο αληθινή από αυτή που ζούμε .

Επιστροφή 

Στην αυτοβιογραφία του με τον τίτλο «Αναμνήσεις, όνειρα και αντανακλάσεις», μας δίνει μία λεπτομερέστερη περιγραφή για την εμπειρία του. Αναφέρει λοιπόν πως στις αρχές του 1944 είχε την ατυχία να σπάσει το πόδι του. Αυτή όμως δεν ήταν η μεγαλύτερη κακοτυχία του, καθώς το ατύχημά του συνοδεύτηκε από καρδιακό επεισόδιο. Σε κατάσταση απώλειας των βασικών του αισθήσεων κι ενώ τον συνέδεαν με οξυγόνο, βίωσε μία κατάσταση  εκστατικού παραληρήματος και οραμάτων που πιθανολογεί πως οφείλεται στο γεγονός ότι βρισκόταν στο τελευταίο σύνορο της ζωής πριν από την ομιχλώδη κοιλάδα του θανάτου.Η εμπειρία του Γιουνγκ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως βαθιά επιθανάτια εμπειρία, καθώς δεν περιορίστηκε στη φως και στα συναισθήματα ενοποίησης και γαλήνης που βιώνουν οι περισσότεροι. Επρόκειτο  για μία μυητική εμπειρία γεμάτη νοήματα

Οι πρώτες του κουβέντες για την επιθανάτια εμπειρία του ήταν πως ποτέ δεν φανταζόταν ότι θα μπορούσε να βιώσει τέτοιου είδους συναισθήματα. Πίστευε πως το όραμά του ήταν αληθινό, καθώς όλα είχαν τη ποιότητα της απόλυτα αντικειμενικής εμπειρίας. Συγκεκριμένα σημειώνει πως «αποφεύγουμε τη λέξη αιώνιο αλλά μπορώ να περιγράψω την εμπειρία μόνο ως έκσταση μίας ατέρμονης κατάστασης στην οποία το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον είναι ένα. Οτιδήποτε είχε συμβεί κατά τη ροή του χρόνου είχε ενωθεί σε ένα ενιαίο αδιαίρετο σύνολο. Τίποτα δεν είχε κατανεμηθεί κατά τη διάρκεια του χρόνου, τίποτα που να μπορούσε να μετρηθεί από προσωρινές έννοιες. Η εμπειρία μπορεί να προσδιοριστεί σαν μία κατάσταση συναίσθησης, αλλά σε καμιά περίπτωση προερχόμενη από τη  φαντασία. Πως μπορώ να φανταστώ ότι υπήρχα ταυτόχρονα στο χθες, στο σήμερα, αλλά και στο αύριο…;»

 

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο αξιοσημείωτο στο όραμα. Ο Γιουνγκ ένιωθε απέχθεια για το γιατρό του που τον επανέφερε. Συγχρόνως, όμως, ανησυχούσε για αυτόν λόγω της εμφάνισής του στο Ναό με τη μορφή του αρχετυπικού Βασιλιά, καθώς θεωρούσε πως είναι κακός οιωνός. Στις 4 Απριλίου του 1944, μία ημερομηνία που μπορούν να λατρέψουν οι αριθμολόγοι, ο Καρλ Γιουνγκ κατάφερε για πρώτη φορά να σηκωθεί από το κρεβάτι του ύστερα από το καρδιακό επεισόδιο.

 

Παράλληλα ο γιατρός του δεν θα μπορούσε ποτέ να ξανασηκωθεί από το κρεβάτι του, καθώς μετά από πολυήμερο πυρετό, υπέκυψε στο θάνατο από σηψαιμία… Αυτό το γεγονός έπεισε ακόμα περισσότερο τον Γιουνγκ για την αληθινή φύση του οράματός του και για τα υπόλοιπα 17 χρόνια της ζωής του άφησε την ιδιότητα του επιστήμονα σε δεύτερη μοίρα, προωθώντας περισσότερο την ταυτότητα του ανεξάρτητου ερευνητή. Στα επόμενα χρόνια θα αφιέρωνε την έρευνά του σε αμφιλεγόμενα θέματα για την επιστήμη, όπως αυτά της αλχημείας, των ιπτάμενων δίσκων και της παραψυχολογίας. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, από το 1944 και μετά ξεκίνησε για αυτόν η πιο καρποφόρα περίοδος της ζωής του με τη δημοσίευση των πιο σημαντικών έργων του.