Τα πρακτικά της δίκης είναι δημοσιευμένα στο site της ναυτεμπορικής- www.naftemporiki.gr -

Aς δούμε λοιπόν τα πολύ ωραία ερωτήματα που θέτει ο συνήγορος πολιτικής υπεράσπισης κ. Σ. Γεωργίου

 

Δηλαδή επιτρέψτε μου να πω, πρέπει να είναι Αμερικανός κανείς για να βρει το δίκιο του σε αυτόν τον τόπο; Γιατί δεν αναζητήθηκαν, για αφέθηκε να παραγραφεί η δολοφονία του Τζωρτ Αθανασιάδη; Θέλω να πω ότι είχα την τύχη να το πω δημόσια γιατί ανήκω σε αυτούς που είχαν την άποψη ότι αυτή η δίκη δεν θα γίνει μόνο εδώ μέσα και όπως εκμεταλλεύθηκε η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου τις συλλήψεις αυτές ειδοποιώντας τα κανάλια 24 ώρες πριν για τις επικείμενες συλλήψεις αξιοποιήσαμε κι εμείς τα κανάλια για να πούμε τις απόψεις μας και είχα την ευκαιρία να πω δημόσια, υπήρξε επείγον, υπήρξε βιασύνη, υπήρξε διαδικασία κατεπείγοντος στην ανάκριση. Δεν είχαμε χρόνο να ερευνήσουμε πολλά πράγματα. Δεν είχαμε χρόνο να κάνουμε αναπαραστάσεις, δεν είχαμε χρόνο να κάνουμε κατ’ αντιπαράσταση εξετάσεις, αιτήματα της πολιτικής αγωγής τα οποία σωρηδόν απέρριπτε ο κ. Ανακριτής.

 

Είχε όμως χρόνο να ασχοληθεί επί μακρόν με την υπόθεση της Ριανκούρ. Δεκάδες μάρτυρες κατέθεσαν για την υπόθεση της Ριανκούρ. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τί ήταν αυτό το οποίο έγινε στην Ριανκούρ και το οποίο είχε σχέση με την τρομοκρατία, με την δικαζόμενη υπόθεση. Εάν ήταν κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ερχόταν και ενώπιόν σας. Δεν μπορούσε να έρθει ενώπιόν σας η κλοπή ενός αυτοκινήτου και να στείλουν για την κλοπή του αυτοκινήτου 4 πρώην Αρχηγούς της ΕΛΑΣ να καταθέσουν τί γνώριζαν.

 

Υπήρξε λοιπόν μεθόδευση πολιτική γιατί εγώ δεν μπορώ να καταλάβω όταν υπάρχει Εισαγγελεύς που προίσταται των ανακρίσεων τί δουλειά έχει ο πολιτικός προϊστάμενος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως να μπαινοβγαίνει στο Μέγαρο της Αλεξάνδρας το επίμαχο διάστημα και να ενημερώνει τον Πρωθυπουργό για την μυστικότητα μιας ανάκρισης. Λέει το Σύνταγμα ότι από την μυστικότητα της ανάκρισης εξαιρείται η ενημέρωση του Πρωθουπουργού και μάλιστα εξερχόμενος έλεγε ότι πήρε και οδηγίες;

 

Εν πάση περιπτώσει πολιτικοί είναι αυτοί, τη δουλειά τους κάνουν, σε προεκλογική περίοδο πάμε, υποστηρίζουν ότι εξαρθρώθηκε η τρομοκρατία. Το θέμα είναι εμείς μην τα πιστέψουμε αυτά, μην παρασυρθούμε και τα πιστέψουμε.


Θέλω λοιπόν να πω ότι υπάρχουν και άλλες απορίες. Απορίες που φαίνεται να δείχνουν κάποιες δολοφονικές επιθέσεις να έχουν σχέση με οικονομικές διαμάχες και συγκρούσεις οικονομικών συμφερόντων. 

 

Διακινδύνευσα κάποια στιγμή να μιλήσω για παγιδευμένους στην Οργάνωση, για τρομοκρατημένους τρομοκράτες και για θύματα. Με επιβεβαίωσε στη συνέχεια η ιστορία με τις καταγγελίες ότι κάποιοι φοβόντουσαν να φύγουν διότι διακινδύνευαν έτσι να «απολυθούν›.

 

Να γιατί δεν μπορώ να πιστέψω τη θεωρία του Δημήτρη Κουφοντίνα για τις γενικές συνελεύσεις των μελών της Οργάνωσης οι οποίοι σε επίπεδο στάδιο αποφάσιζαν για όλες τις πράξεις, ενέκριναν όλες τις πράξεις και επέλεγαν τους στόχους, έκαναν τις πολιτικές αναλύσεις και εκτελούσαν. Μάλλον έφταναν οι πολιτικές αναλύσεις και γινόντουσαν δεκτές διότι πολλοί από τους συμμετέχοντες δεν είχαν το πνευματικό επίπεδο να αντικρούσουν αυτές τις πολιτικές αναλύσεις ή την πληροφόρηση να τις αμφισβητήσουν, γιατί επιτρέψτε μου να πω κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είδα ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατηγορουμένων δεν είναι τυχαία πρόσωπα. Δεν ήταν τυχαίοι άνθρωποι.

 

Είδα ότι ήταν άνθρωποι με λογική, άρθρωσαν λόγο, εν πολλοίς και πολιτικό λόγο. Είχαν σκέψη, είχαν προβληματισμό. Δεν ήταν τίποτα ανθρωπάκια να πούμε που πιάστηκαν κορόιδα όμως από την στιγμή που πιστεύοντας ίσως σε κάτι, φιλοδοξώντας κάτι μπήκαν στο χορό, μετά δεν μπορούσαν να αποχωρήσουν και λυπούμαι που ορισμένοι δεν έκαναν το αποφασιστικό βήμα να μας μιλήσουν γι’ αυτούς τους φόβους τους εδώ.

 

Θυμάμαι γιατί είμαι από αυτούς που από την αρχή φωνάζουν ότι το πληροφοριακό δίκτυο της Οργάνωσης παραμένει άθικτο και αυτό είναι επικίνδυνο. Αναφέρθηκα προηγουμένως στη συνέντευξη του Δημήτρη Γερμίδη για την πληροφόρηση που είχαν για συγκεκριμένα θέματα αποκρατικοποίησης, τα ήξεραν ηγετικά στελέχη της τράπεζας. Θέλω να αναφερθώ σε αυτό που είπε ενώπιόν σας ο Μιχάλης Περατικός ότι αυτός ο οποίος συνέταξε την προκήρυξη έπρεπε να είχε διαβάσει την απόφαση της διαιτησίας και την σύμβαση αγοραπωλησίας των ναυπηγείων που ούτε στις εφημερίδες δημοσιεύθηκαν, ούτε ήταν προσιτά στον καθένα.

 

Υπήρξε δίκτυο πληροφόρησης το οποίο δεν είναι εδώ και είναι άθικτο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανά πάσα στιγμή στο μέλλον αρκεί να βρεθούν εκείνοι που είναι διατεθειμένοι να σηκώσουν τα όπλα και πάλι. Και δεν είναι ήσσονος ευθύνης αυτό το δίκτυο το οποίο παρείχε τις πληροφορίες από την λειτουργία της τράπεζας που οδήγησε στη δολοφονία του Μάτη μέχρι την επιλογή των στόχων, μέχρι τον έλεγχο, το ρεπό των Αστυνομικών ώστε να δουν πότε ο στόχος ήταν αφύλακτος γιατί είχαμε και μία εμπειρία. Κάποιοι άνθρωποι δεν χτυπήθηκαν γιατί λάβαιναν πολλά μέτρα ασφαλείας. Το είπαν και οι ίδιοι εξάλλου σε κάποια φάση εδώ.

 

Θέλω να πω ότι είτε μας αρέσει, είτε όχι έχει γραφτεί, έχει υποστηριχθεί ότι στη πορεία των 27 ετών για την εξάρθρωση της τρομοκρατίας έγιναν περίεργα πράγματα. Είχα την ευκαιρία να πω και σε αυτήν την αίθουσα ότι μου κάνει εντύπωση γιατί εφόσον αναζητούσαμε τις ευθύνες για το φιάσκο της Ριανκούρ δεν αναζητήσαμε τις ευθύνες για τους κρατικούς λειτουργούς που κατέστρεψαν στοιχεία στην γιάφκα Tσουτσουβή όταν μπήκαν πριν τις Αστυνομικές Αρχές τις αρμόδιες και το βρήκα και γραμμένο και έχει ειπωθεί και σε βιβλία και σε εφημερίδες ποιος μπήκε τότε και ποιος κατέστρεψε στοιχεία όπως την ατζέντα του Τσουτσουβή με τα προσωπικά τηλέφωνα κυβερνητικών παραγόντων (έγραψαν).

 

Γιατί κατεστράφησαν έγγραφα και πειστήρια της γιάφκας;


Θυμάστε τότε ότι ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως είχε επιτιμήσει δημόσια και απείλησε να παραιτηθεί και απετίμησε δημόσια τον κρατικό λειτουργό που προέβη σε αυτές τις πράξεις. Θέλω να αναφερθώ και σε κάτι, μου είπαν κάποιοι «γιατί δεν το ζητάτε›; Πολλοί το ζήτησαν αλλά τίποτα δεν έγινε. Θέλω να θυμίσω όμως ότι ο Συνταγματάρχης ο Αλεξάκης ο οποίος υπήρξε Διευθυντής Ασφαλείας της ΚΥΠ από το Νοέμβριο του ΄86 είχε δηλώσει στο «ΕΘΝΟΣ› ότι ήταν στον προθάλαμο της 17Ν και απείχε ένα βήμα από την εξάρθρωσή της.

 

Κατήγγειλε ο ίδιος ότι όταν έμαθε τη σύλληψη του Κρυστάλλη λιποθύμησε. Δεν τον κάλεσε ποτέ κανένας. Δεν ξέρω αν τον είχε καλέσει ο μακαρίτης ο Τσεβάς, δεν είδαμε τα στοιχεία και τί επεκαλέσθη ο Αλεξάκης όσον αφορά το απόρρητο, που δεν θα έπρεπε να υπάρξει απόρρητο σε αυτή την περίπτωση.

Θέλω να θυμίσω ότι την 1η Οκτωβρίου του ’87, περικυκλωμένος ο Μιχάλης Πρέκας εκτελείται εν ψυχρώ, ενώ μπορούσε να συλληφθεί ζωντανός. Από πολλούς καταγγέλθηκε τότε ότι κάποιοι θέλησαν να του κλείσουν το στόμα. Τέτοιος καταιγισμός πυρών για έναν παγιδευμένο τρομοκράτη, δεν δικαιολογείται.

 

Το ’85-’86, όταν η υπόθεση Τσουτσουβή δείχνει ότι δεν λειτουργούν ασφαλώς όλα τα στεγανά της δημοκρατίας, τότε παραδόξως έρχεται ένας νόμος που αφαιρεί την πολιτική ευθύνη της ΚΥΠ από τον Υπουργό Προεδρίας στον οποίο υπαγόταν επί 40 χρόνια και την υπάγει απευθείας προσωπικά στον Πρωθυπουργό. Διοικητής της ΕΥΠ τοποθετήθηκε ο κρατικός λειτουργός ο οποίος έκανε όσα έκανε στη γιάφκα Τσουτσουβή.


Θέλω να πω ότι υπήρξαν και άλλα πράγματα που έμειναν αναξιοποίητα. 



Υπήρξε λίγο πριν από την πτώση της χούντας μία συνέντευξη του τότε αρχηγού της ήσσονος αντιπολιτεύσεως, του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος είπε ότι εκλογική νίκη δεν σημαίνει και κατάκτηση της εξουσίας, μίλησε για κατάκτηση της κυβέρνησης, μίλησε για δημιουργία παράνομων ομάδων δράσης και μίλησε για επιχείρηση που δεν προετοιμάζεται σε λίγες μέρες, ότι χρειάζονται χρόνια για να δημιουργηθούν παράνομα δίκτυα αντίστασης. Χρειάζονται επικοινωνίες, αυτόματες διοικήσεις σε πολλά επίπεδα και άνθρωποι εκπαιδευμένοι και αποφασισμένοι. Το ντοκουμέντο αυτό έχει κατατεθεί στη Βουλή.


Θέλω να πω ότι το 1986 υπήρξε μια καταγγελία από την τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση για μια προκήρυξη της 17Ν, στις 10 Απριλίου ήταν η καταγγελία, η οποία καταγγελία της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης τότε κάνει μία ανάλυση της προκήρυξης και λέει ότι

 

«παρά την παλαιοκομμουνιστική φρασεολογία της δεν είναι γραμμένη από περιθωριακούς αλλά από μικροαστούς διανοούμενους›.


Η προκήρυξη αυτή ασκούσε κριτική στο ΠΑΣΟΚ και ασκούσε κριτική προσωπικοτήτων και επιλογών, σα να ασκούσε κριτική από τα μέσα. Η προκήρυξη αυτή, όπως κατήγγειλε η Αξιωματική Αντιπολίτευση τότε, κινείτο στο πνεύμα ενός ρομαντικού μικροαστισμού, που για να πείσει μεταχειριζόταν ψευδοεπαναστατική φρασεολογία. Η οικονομική επιχειρηματολογία της προκήρυξης δεν περιείχε καμία απολύτως πρωτοτυπία. Τα περισσότερα σημεία της ήταν από το οικονομικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ.

 

Όλα αυτά δείχνουν γιατί κάποιοι κατήγγειλαν ότι οι συντάκτες της προκήρυξης ανήκαν ιδεολογικά στο παλιό ΠΑΚ. Στη συνέντευξη την προηγούμενη που είπα, ο εν συνεχεία Πρωθυπουργός είχε διατυπώσει την άποψη ότι και η νόμιμη κυβέρνηση έχει την ανάγκη τρομοκρατικών μηχανισμών για να πιέζει αφόρητα το αστικό καθεστώς και να επιβάλλει η νόμιμη κυβέρνηση την εξουσία της, τον έλεγχο των μηχανισμών.

 

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν να παραθέσω χωρίς σχολιασμό κάποιες συγκυρίες στην πορεία την 27χρονη της δράσης της 17Ν.:

 

Το Νοέμβριο του 1983 ο Ντενκτάς ανακηρύσσει το ψευδοκράτος. Ο Τύπος και τα Κόμματα αμφισβητούν την υπερήφανη εξωτερική πολιτική. Στις 15 Νοεμβρίου του 1983 η 17Ν δολοφονεί τον Αμερικανό Στρατιωτικό Ακόλουθο Τζωρτζ Τσάντες και τον οδηγό του.

Τον Φεβρουάριο του 1985 η βάση του ΠΑΣΟΚ έχει ξεσηκωθεί διότι ο τότε Πρωθυπουργός έχει εκφράσει την άποψη να υποστηρίξει την υποψηφιότητα του Κωνσταντίνου Καραμανλή για την Προεδρία. Αμφισβητείται έντονα από τα ίδια του τα στελέχη. Στις 21 Φεβρουαρίου του 1985 η 17Ν δολοφονεί τον εκδότη της ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ Νίκο Μομφεράτο και τον οδηγό του.

 

Στις 21 Νοεμβρίου 1985 σκοτώνεται από αστυνομικό ο 14χρονος Μιχάλης Καλτετζάς. Η κοινή γνώμη ξεσηκώνεται και η εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ ζητά ευθύνες και αξιώνει να τιμωρηθούν οι ένοχοι. Υποβάλλουν δύο Υπουργοί τις παραιτήσεις τους.


Πέντε ημέρες μετά, στις 26 Νοεμβρίου του 1985, η 17Ν με παγιδευμένο αυτοκίνητο ανατινάζει λεωφορείο με άντρες των ΜΑΤ. Ένας νεκρός, 12 τραυματίες. Στις 6 και 7 Απριλίου του 1986 έρχεται στη δημοσιότητα ανατριχιαστική αναφορά για έκνομες δραστηριότητες οργάνων της αστυνομίας. Στις 8 Απριλίου του ’86 η 17Ν δολοφονεί τον βιομήχανο Αγγελόπουλο.

 

Στις 3 Οκτωβρίου του 1986 βλέπει το φως της δημοσιότητας υποκλαπείσα συνομιλία μεταξύ Μητσοτάκη και Αβέρωφ και δημιουργείται δυσμενέστατο κλίμα σε βάρος της τότε κυβερνήσεως, στην οποία φορτώνεται η υποκλοπή.

 

Στις 5 Οκτωβρίου του 1986 η 17Ν τοποθετεί βόμβες σε Οικονομικές Εφορίες και με προκήρυξή της απειλεί ότι θα εκτελέσει Υπουργό. Στις 2 Φεβρουαρίου του 1987 ολόκληρος ο Τύπος ασχολείται με το σκάνδαλο των αξονικών τομογράφων στο οποίο κατηγορείται ως αναμεμιγμένος στενός συγγενής του τότε Πρωθυπουργού. Δυο μέρες μετά η 17Ν τραυματίζει τον γιατρό Καψαλάκη.

 

Τον Απρίλιο του 1987 αποκαλύπτεται η μακάβρια εταιρεία δολοφόνων με αρχηγό τέως Δήμαρχο και θυμόμαστε όλοι τότε το κλίμα που είχε δημιουργηθεί από το ποιοι είχαν υποστηρίξει για την εκλογή του τον Δήμαρχο αυτό και ποιου κόμματος ήταν στέλεχος(ΠΑΣΟΚ). Στις 24 Απριλίου ανατινάζεται στο Ρέντη αυτοκίνητο με Αμερικανούς και τραυματίζονται 18 άτομα.


Στις 9 Αυγούστου του 1987 με προσωπική εντολή του τότε Πρωθυπουργού, αναστηλώνεται νύχτα το άγαλμα του Τρούμαν. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ξεσηκωμό ακόμη και στους οπαδούς του. Στις 10 Αυγούστου με τηλεχειριζόμενη βόμβα ανατινάζονται στο Καβούρι 25 Αμερικανοί στρατιώτες.

 

Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1988 η κοινή γνώμη είναι και πάλι ανάστατη από την αποκάλυψη κυκλώματος νονών στην αστυνομία, στην οποία ελέγχονται φίλα προσκείμενα στελέχη στην Κυβέρνηση. Την 1η Μαρτίου του 1988, λίγες μέρες μετά, δολοφονείται ο βιομήχανος Αθανασιάδης – Μποδοσάκης.


Στις 23 Μαΐου του ’88, μέσα σε γενική κατακραυγή, επισκέπτεται ο Οζάλ την Αθήνα. Υπάρχει σφοδρή επίθεση από την πλειοψηφία του Τύπου. Την ίδια μέρα η 17Ν ανατινάζει 4 τουρκικά αυτοκίνητα και αποπροσανατολίζει την κοινή γνώμη από το πρωτόκολλο της Βουλιαγμένης.

 

Τον Ιούνιο του 1988 έχει ξεσπάσει η μεγαλύτερη απεργία των εκπαιδευτικών που γνώρισε ποτέ η χώρα. Έχουν αναβληθεί εξετάσεις, απειλούνται με οριστική ματαίωση, η κοινή γνώμη είναι εξοργισμένη. Στις 28 Ιουνίου 1988 η 17Ν με τηλεχειριζόμενη αυτοκίνητο βόμβα δολοφονεί τον Αμερικανό ναυτικό ακόλουθο Ουίλιαμ Νορντίν.

 

Τον Αύγουστου του 1988 το σκάνδαλο Κοσκωτά βρίσκεται στο επίκεντρο. Τα βέλη του Τύπου στοχεύουν ήδη το Καστρί, στοχεύουν και κάποιον Υπουργό, το λέω επειδή για το σκάνδαλο Κοσκωτά θέλησαν να τιμωρήσουν τον Μπακογιάννη και τον Πέτσο, και κάποιον Υπουργό ο οποίος παρεπέμφθη διότι πούλησε νόμο στον Κοσκωτά, αυτή ήταν η κατηγορία ( Κουτσόγιωργας). Ενώ γίνεται αυτό, στις 14 Αυγούστου, η 17Ν εισβάλλει στο Α.Τ. Βύρωνα, συλλαμβάνει τους αστυνομικούς, δένει, αφοπλίζει και απέρχεται συναποκομίζοντας τα λάφυρα των όπλων.

 

Από τον Δεκέμβριο του 1988 και μετά τη σύγκληση της Ολομέλειας του Συμβουλίου Εφετών σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κ.Ποιν.Δ., ο δικαστικός κλοιός σφίγγει γύρω από κυβερνητικούς Αξιωματούχους. Η 17Ν μέσα στον Ιανουάριο του ’89 χτυπάει τον Ανδρουλιδάκη, χτυπάει τον Ταρασουλέα και ακολούθησε η δολοφονία του Εισαγγελέα Βερνάρδου.

Στα τέλη Απριλίου 1989 και στις αρχές Μαΐου 1989 ο τέως Υπουργός του ΠΑΣΟΚ Γεώργιος Πέτσος γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος του Κινήματος. Προσπαθούν να του φορτώσουν τις αμαρτίες. Ο ίδιος αναγκάζεται να κάνει δημόσιους υπαινιγμούς και να εκτοξεύσει συγκαλυμμένες απειλές για να προστατεύσει τον εαυτό του. Τέλη Απριλίου αυτά. Στις 8 Μαΐου 1989, με αυτοκίνητο – βόμβα η 17Ν επιχειρεί τη φυσική του εξόντωση στο Ψυχικό.


Στις 26 Σεπτεμβρίου 1989 αρχίζει στη Βουλή η συζήτηση περί της παραπομπής ή μη στο Ειδικό Δικαστήριο του τότε αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και των υπολοίπων. Το πρωί της ίδιας μέρας, η 17Ν δολοφονεί τον Παύλο Μπακογιάννη, Βουλευτή της Ν.Δ. και γαμπρό του τότε Πρωθυπουργού.

 

Επειδή ο λόγος για τη δολοφονία του Μπακογιάννη, όπως έχει γραφεί, είναι γεγονός ότι οι αιτιάσεις που υπήρχαν σε βάρος του στις προκηρύξεις των τρομοκρατών, είχαν υιοθετήσει προτάσεις Εισαγγελικού λειτουργού εν ενεργεία, του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών κ. Ευθυμιάδη, οι οποίες προτάσεις επιτρέψτε μου να πω, περιγράφονταν με λεπτομερή στοιχεία τα οποία, απ’ όσο γνωρίζω δεν ήταν γνωστά στο ευρύ κοινό.


Για να μην αναφερθώ σε επανειλημμένα δημοσιεύματα της χώρας μέχρι και αυτή τη στιγμή, για τις ορφανές βόμβες, για τους πυροκροτητές στη γιάφκα του Καλαμά και της Λυδίας, για τη σύνδεση των πυροκροτητών αυτών, του υλικού από το οποίο αποτελούνταν οι βόμβες και άλλες πολλές περίεργες συμπτώσεις βομβών οι οποίες ήταν ίδιες με αυτές που γνώριζε η ΕΥΠ λίγο πριν την τοποθέτησή τους ότι θα σκάσουν και ενημέρωνε με τη σειρά της.

Ένα κεφάλαιο το οποίο θέλω να θίξω κι έμεινε ανεξερεύνητο είναι το εξής: είχε εκφραστεί η άποψη και ζητήσαμε να ερευνηθεί το θέμα των τυχόν διασυνδέσεων της Οργάνωσης με μυστικές υπηρεσίες. Οι ορφανές βόμβες η ίδια συνδεσμολογία των βομβών αυτών με τη βόμβα που τοποθετήθηκε στον Τζωρτζ Κάρος όπως έχει γραφτεί στον Τύπο.
Η μη αναζήτηση του Δημήτρη Κουφονίνα μετά το ’85 όταν πήγε να τοποθετήσει με το αυτοκίνητο του δυστυχή πατέρα του μια ορφανή βόμβα, η ευκολία με την οποία έγιναν πιστευτά αυτά τα οποία ισχυρίστηκε ο Βασίλης Τζωρτζάτος ενώπιον των Αρχών τα οποία ήταν παιδαριώδη όπως όλοι είδαμε ενώπιόν σας, κάτι το οποίο εμένα προσωπικά με ενόχλησε: υπήρξε στη δικογραφία μια κυρία υπάλληλος της ΕΥΠ η οποία κατέθεσε ότι είδε τον Δημήτρη Κουφοντίνα στο γραφείο του Αρχηγού της ΕΥΠ. Αυτή η κυρία δεν ήρθε εδώ, και δεν ήρθε εδώ να τεθεί υπό τη βάσανο της αποδεικτικής διαδικασίας, της ακροαματικής διαδικασίας να δούμε αν ήταν σοβαρά αυτά που είπε και αν μεν γελοιότητες είπε, να υφίστατο τα επίχειρα της επιπολαιότητάς της. Αλλά αυτό θα το αποφασίζαμε εμείς.

 

Ποιος αποφάσισε πριν από εμάς για μας και δεν έφερε αυτή την κυρία στο ακροατήριο;

Φάκελος 17 Νοεμβρη : Μέρος Β

Μοιραστείτε το άρθρο !

Επιστροφή